ο λάθος ήταν

 που δεν χτυπήσαμε πισώπλατα. Έπρεπε να τους κλείσουμε στη μέση, να τους περάσουμε από μαχαίρι όλους. Δεν ξέρω τι την έπιασε την Ευδοκία. Σαν είπε Δε χτυπάμε πλάτες, σώμα με σώμα, να βλέπουμε τα μάτια τους όταν πεθαίνουν, πάει και τελείωσε.

Δεν το περίμεναν. Βγήκαμε μπροστά τους, νύχτα. Ήταν μαζεμένοι στις σκηνές, κάποιοι κοιμόντουσαν. Αρχίσαμε να σφάζουμε. Ήσυχα, χωρίς θόρυβο. Δεν πρόλαβαν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Από τα αίματα γλίτσιασε το χώμα, γλιστρούσε και πλατσούριζε. Κάποιος μες στη βιασύνη του πάτησε στο κεφάλι σκοτωμένου. Έτρεχε να ξεφύγει, ακούστηκε το κρακ, χύθηκαν έξω τα μυαλά, πώς ξεκοιλιάζεται η μύγα αν τη ζουπήξεις, έτσι. Σκέφτηκα, στη Δευτέρα Παρουσία δύσκολα θα εγερθεί αυτός. Συνέχισα να σφάζω.

   Τους πήραμε φαλάγγι. Ξέραμε τις πέτρες που πατούσαμε, πού φύτρωναν τα βάτα, τον γκρεμό. Φάνηκε πως η νίκη γέρνει στη μεριά μας.

Σχεδιασμός ιστοσελίδας: Τερέζα Γιακουμάτου