Πρέσπα μάγισσα

της Σταυρούλας Παπασπύρου 

«Κάτω ο νατουραλισμός!» βροντοφώναξε τις προάλλες ο θεσσαλονικιός συγγραφέας Πάνος Θεοδωρίδης, πλέκοντας το εγκώμιο του μυθιστορήματος της Σοφίας Νικολαΐδου «Πλανήτης Πρέσπα» (εκδ. Κέδρος).

Ενός βιβλίου που «κομματιάζει ένρινα τη σοβαροφάνεια και την ιστορική ενατένιση» και του οποίου υπήρξε, τρόπον τινά, ηθικός αυτουργός.

Οπως ομολογεί και η Νικολαΐδου, «έπειτα από μια μουρλή περιήγηση στην Πρέσπα, πριν από τέσσερα χρόνια, με ξεναγό τον Θεοδωρίδη, είδα κάτι ν' αστράφτει, να βοά σχεδόν μες το κεφάλι μου, και ν' απαιτεί να γίνει ιστορία».

Την ιστορία, τελικά, την αφηγείται ένα ανθεκτικότατο... βακτήριο γένους θηλυκού, η λογία και γλωσσού Serratia Rubinea. Κι είναι οι περιπέτειες μιας αρχαιολόγου, της Ευδοκίας, γυναίκας «με πολλά γράδα γοητείας και τσαγανό σαράντα μεγατόνων», από τη στιγμή που ανακαλύπτει την ύπαρξη μιας συνονόματής της βυζαντινής αρχόντισσας, που τόλμησε να εναντιωθεί στον αυτοκράτορα, αλλά τα ίχνη της σβήστηκαν από τις πηγές επιμελώς.

Στον «Πλανήτη Πρέσπα», θρύλοι και δοξασίες, μαγγανείες κι αιματοκυλίσματα, σε συνδυασμό με τους βυζαντινισμούς που ανθούν στο ακαδημαϊκό κατεστημένο, ξεδιπλώνονται λαχανιαστά μέσα σε σύντομα, κοφτά κεφάλαια, σαν ένα όνειρο που, κάποιες στιγμές, λοξοδρομεί σ' εφιάλτη. Η αρχόντισσα Ευδοκία, ωστόσο, όπως και όλοι οι ήρωες του βιβλίου, είναι αποκυήματα μιας φαντασίας ακονισμένης τόσο από ιστορικά διαβάσματα όσο κι από αφηγήσεις των κατοίκων της λίμνης.

«Οι άνθρωποι στις Πρέσπες», λέει η Νικολαΐδου, «όχι μόνο οι ηλικιωμένοι, αλλά και οι νεότεροι, είναι φορείς μιας προφορικής παράδοσης, ικανοί να σε μυήσουν σ' έναν κόσμο μαγικό, αρκεί να μην τους ακούσεις με σηκωμένο φρύδι...».

Γεννημένη πριν από 34 χρόνια στη Θεσσαλονίκη, από μητέρα φιλόλογο και πατέρα μουσικό, απουσιολόγος, παρ' ολίγον σημαιοφόρος και πάντα αριστούχος, μαθήτρια του Μαρωνίτη και του Παπαγγελή στο Αριστοτέλειο, και με ειδίκευση στην παιδαγωγική αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, η Νικολαΐδου εισέβαλε σαν φρέσκο αεράκι στη λογοτεχνική σκηνή, με τις συλλογές διηγημάτων της «Ξανθιά πατημένη» και «Ο φόβος θα σε βρει και θα 'σαι μόνος».

Θερμόαιμη αναγνώστρια από παιδί και στιχοπλόκος με αποδέκτες τους εφηβικούς της έρωτες, ομολογεί πως την περίοδο των σπουδών της δεν έγραψε γραμμή. «Μου κόπηκε η όρεξη μαχαίρι! Η φιλολογία είναι δευτερογενής λόγος πάνω στη λογοτεχνία. Μου ήταν αδύνατον να είμαι με το ένα πόδι μέσα και με το άλλο έξω απ' αυτήν. Ενιωθα πως πρέπει, γλωσσικά, να βάλω τα καλά μου. Η φιλολογία δεν σου επιτρέπει να κάνεις πλάκα...».

Λάτρης του Ομήρου, του Χειμωνά, της Βιρτζίνια Γουλφ, αλλά και του Στίβεν Κινγκ («Μπορεί να κάνει τα κόλπα της αγοράς, αλλά δεν παύει να είναι συγγραφάρα»), γοητευμένη στο έπακρο από τους ορίζοντες του Διαδικτύου (βλ. και την παιγνιώδη ξενάγηση στον «Πλανήτη Πρέσπα» στο www.snikolaidou.gr), βιοπορίζεται ως εκπαιδευτικός, φλερτάρει με τη δημοσιογραφία παρουσιάζοντας βιβλία που αγαπάει, και φροντίζει να κρατάει με την τέχνη της καθημερινή επαφή σαν «τον πιανίστα που εξασκεί τα δάχτυλά του».

Κλέφτρα στιγμών, ήχων και εικόνων, έτοιμη να «σκανάρει» ό,τι πέφτει στην αντίληψή της για να το επεξεργαστεί στη συνέχεια εξαντλητικά, η Νικολαΐδου κυκλοφορεί οπλισμένη με χαρτάκια. «Ακόμη και κάτω από το στρώμα μου, υπάρχει σημειωματάριο», λέει. «Δεν αγχώνομαι, όμως, μήπως και ξεμείνω από ιδέες. Κι αυτά που σβήνονται από τον υπολογιστή, είναι πάντα περισσότερα». Οσο για την υποδοχή που θα της επιφυλάξουν οι κριτικοί, δεν αγωνιά. Καλοδεχούμενη η ενθάρρυνση, αλλά «αυτό που θέλει ο συγγραφέας θα το γράψει».